Μίνως Σ. Κωνσταντίνης
1886–1955

Μίνως Σ. Κωνσταντίνης

Συνιδρυτής της βιομηχανίας ζυμαρικών ΜΙΣΚΟ

Τρόφιμα & Ποτά Κρήτη Έμπορος Ιδρυτής
Τα ιστορικά γεγονότα της εποχής της επαναστάσεως εν τη μεγαλονήσω ταύτη, εχαλύβδωσαν τον εκ φύσεως ζωηρόν χαρακτήρα του διά μίαν σταθεράν πρόοδο και δημιουργικότητα, παραλλήλως δε, ανέπτυξαν εν τούτω το έμφυτον αίσθημα της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας.

Ο «πατέρας της προηγμένης βιομηχανίας ζυμαρικών εν Ελλάδι», εκλεκτό μέλος και πρόεδρος της ισραηλιτικής κοινότητας της πρωτεύουσας, από τα πρώτα μέλη του Ροταριανού Ομίλου Αθηνών, άφησε πίσω του ένα εμβληματικό για τη διατροφή σήμα, που έμελλε να βρίσκεται στα σπίτια των Ελλήνων μέχρι σήμερα. Ο εβραϊκής καταγωγής έμπορος και βιομήχανος Μίνως Κωνσταντίνης, γιος του Σαμουήλ Κωνσταντίνη, με καταγωγή από τη Ζάκυνθο, και της Μύριαμ Βεντούρα, γεννήθηκε στα Χανιά της Κρήτης το 1886. Γόνος μεγάλης εμπορικής οικογένειας, έζησε την απώλεια του πατέρα σε παιδική ηλικία, όπως και τη διάλυση των πατρικών επιχειρήσεων. Αφού τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές του και εργάστηκε για σύντομο χρονικό διάστημα στα Χανιά, έφυγε για την πρωτεύουσα προκειμένου να εργαστεί κοντά στον επιχειρηματία θείο του, τον Αβραάμ Κωνσταντίνη, που θεωρείται ο δημιουργός της βιομηχανίας της ασετυλίνης στην Ελλάδα. Αν και είχε εξασφαλισμένη την επαγγελματική σταδιοδρομία του στη βιομηχανία του Αβραάμ, ο νεαρός Μίνως θέλησε να ανοίξει το δικό του εμπορικό γραφείο εισαγωγών και εξαγωγών. Δραστήριος και γνώστης πλέον των εμπορικών μηχανισμών, ανέδειξε γοργά την επιχείρησή του ως μία από τις πιο αξιόλογες της χώρας, συγκροτώντας ένα ευρύ δίκτυο υποκαταστημάτων και ανταποκριτών ανά την ελληνική επικράτεια αλλά και σε πρωτεύουσες της Εσπερίας. Στα 28 του χρόνια, και αφού έχαιρε εκτίμησης των επιχειρηματικών κύκλων διορίστηκε επίτιμος γενικός πρόξενος του Περού στην Ελλάδα, αξίωμα που διατήρησε έως τον θάνατό του. Από τη θέση αυτήν εργάστηκε για την ανάπτυξη των εμπορικών και πολιτιστικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών (και παρασημοφορήθηκε από την κυβέρνηση του Περού, αλλά και από την ελληνική), ενώ συνέδραμε τις προσπάθειες ελληνικών οικογενειών για την εκεί μετοίκησή τους.

Επόμενος σταθμός στον κόσμο του επιχειρείν (ήδη από το 1917 ήταν μέλος του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών) έρχεται το 1920: σύστησε την Ανώνυμο Εταιρεία Εμπορίου και Βιομηχανίας «Μίνως Σ. Κωνσταντίνης». Προσανατολίστηκε κυρίως στην εξαγωγή αγροτικών προϊόντων και ορυκτών, ιδίως σμύριδας Νάξου, επιτυγχάνοντας τη διοχέτευση των ελληνικών προϊόντων σε άγνωστες έως τότε αγορές, όπως αυτές της Νοτίου Αμερικής. Επικεφαλής της διοίκησης αυτής της επιχείρησης παρέμεινε έως το τέλος της ζωής του. Ωστόσο, θα ήταν το 1923 το έτος εκείνο που θα έθετε τα θεμέλια για τη δημιουργία μιας ετικέτας που επέδειξε εξαιρετική αντοχή στον χρόνο. Τότε συνεργάστηκε με τον Μικρασιάτη Φώτη Ι. Μιχαηλίδη, ο οποίος είχε εμπειρία στη βιοτεχνική παραγωγή ζυμαρικών. Οι δυο τους εγκαινίασαν στον Πειραιά το εργοστάσιο παραγωγής ζυμαρικών ΜΙΣΚΟ το 1925 – η ονομασία προήλθε από τα αρχικά των επωνύμων τους, ενώ στα τότε παραγόμενα είδη τους περιλαμβάνονταν και χαλβάς, ταχίνι και σησαμέλαιο. Εξαρχής δε, η επιχείρηση στήθηκε με καθαρά ευρωπαϊκά πρότυπα παραγωγής και προώθησης, με προσωπικό ειδικά εκπαιδευμένο (κυρίως εξ Ιταλίας), εξασφαλίζοντας ποιότητα προϊόντων σε άρτια συσκευασία. Έτσι, τα ζυμαρικά ΜΙΣΚΟ κατέκτησαν το ελληνικό κοινό, αλλά και ανταγωνίστηκαν με αξιώσεις στις διεθνείς αγορές τις μεγάλες ιταλικές μονάδες, οι οποίες παραδοσιακά ήταν κυρίαρχες, διεισδύοντας από την Αγγλία έως τη Συρία και την Παλαιστίνη. Σε αυτήν όμως την επιτυχημένη πορεία συνέβαλε και η διαφήμιση, την οποία η εταιρεία Μιχαηλίδη και Κωνσταντίνη χρησιμοποίησε με υποδειγματικό τρόπο, βασίζοντάς την στη φαντασία και στο εύρημα.

Η φιγούρα του Ακάκιου στις καταχωρίσεις της ΜΙΣΚΟ αποτελεί μία από τις πλέον αναγνωρίσιμες μορφές στην ιστορία της ελληνικής διαφήμισης – αν και το συγκεκριμένο διάσημο σκίτσο διά χειρός Ηλία Κουμετάκη, με τον μοναχό να αποκαλείται «Ονούφριος», είχε χρησιμοποιηθεί από το 1915 διαφημιστικά για τα σιγαρέττα Γιαννουκάκη. Τρεις δεκαετίες μετά τη λειτουργία της, το 1953, η βιομηχανία ΜΙΣΚΟ πωλήθηκε έναντι 10.000 δραχμών στον Ηπειρώτη επιχειρηματία Λευτέρη Μαντζίκα και στους συνεργάτες του. Ο Μαντζίκας είχε ήδη συστήσει από το 1945 τη βιοτεχνία ζυμαρικών «Ρεκόρ», με τον Μικρασιάτη φίλο και συνεργάτη του Εμμανουήλ Παπαναστασίου ο οποίος θα τον ακολουθούσε και στη ΜΙΣΚΟ. Την ίδια χρονιά η παραγωγή των ζυμαρικών MIΣKO μεταφέρθηκε στην Πάτρα, σε νέες υπερσύγχρονες εγκαταστάσεις για εκείνη την εποχή. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Μαντζίκας είχε ξεκινήσει την επαγγελματική σταδιοδρομία του ως υπάλληλος στο αθηναϊκό παντοπωλείο των αδελφών Κίκιζα στον Κολωνό – ο Αλέξανδρος, ένα από τα αδέλφια Κίκιζα, ίδρυσε το 1947 στην Αθήνα την εταιρεία ζυμαρικών «Μέλισσα». Η MISKΟ (με λατινικούς χαρακτήρες από τη δεκαετία του 1980) Βιομηχανία Ζυμαρικών Α.Ε. εξαγοράστηκε το 1991 από την ιταλική Barilla, που βρίσκεται στην πρωτοκαθεδρία στον τομέα παραγωγής ζυμαρικών στον κόσμο, και αναπτύσσεται πλέον παγκοσμίως στο πλαίσιο ενός ισχυρού ομίλου.

Κύρια επιτεύγματα

  • Συνίδρυσε το 1925 στον Πειραιά το εργοστάσιο ζυμαρικών ΜΙΣΚΟ, ένα σήμα με εξαιρετική αντοχή στον χρόνο
  • Θεωρήθηκε «πατέρας της προηγμένης βιομηχανίας ζυμαρικών εν Ελλάδι», με ευρωπαϊκά πρότυπα παραγωγής και υποδειγματική διαφήμιση
  • Διορίστηκε επίτιμος γενικός πρόξενος του Περού στην Ελλάδα και παρασημοφορήθηκε από τις δύο χώρες
  • Σύστησε το 1920 την Ανώνυμο Εταιρεία Εμπορίου και Βιομηχανίας με εξαγωγές αγροτικών προϊόντων και σμύριδας Νάξου στη Νότια Αμερική
  • Διετέλεσε πρόεδρος της ισραηλιτικής κοινότητας της Αθήνας και από τα πρώτα μέλη του Ροταριανού Ομίλου Αθηνών
Ίδιος κλάδος · Τρόφιμα & Ποτά

Σχετικά πρόσωπα