Το να πρωταγωνιστήσει κάποιος σε δύο διαφορετικές αγορές, ανοίγοντας δρόμους άγνωστους για τη χώρα του τόσο στον φαρμακευτικό κλάδο όσο και στο οργανωμένο λιανεμπόριο, δεν μπορεί παρά να είναι λόγος για να μνημονεύεται ως μοναδικός και πρωτοπόρος.
Ο Δημήτρης Μαρινόπουλος υπήρξε ένας από τους κορυφαίους Έλληνες επιχειρηματίες του 20ού αιώνα. Συνέδεσε το όνομά του όχι μόνο με τον κλάδο του φαρμακείου, ο οποίος άλλωστε αποτελούσε πετυχημένη οικογενειακή επιχειρηματική δραστηριότητα, που συνέχισε, αλλά και με τον κλάδο του οργανωμένου λιανικού εμπορίου, στον οποίο υπήρξε αναμφίβολα πρωτοπόρος. Κληρονόμησε δε το επιχειρηματικό πνεύμα και την τόλμη του πατέρα του Πάνου, μιας επίσης θρυλικής φυσιογνωμίας του ελληνικού επιχειρείν. Ο φαρμακοποιός, έμπορος και βιομήχανος Πάνος Μαρινόπουλος (1877 – 1968) γεννήθηκε στην Ελίκη του Αιγίου και φοίτησε στη Φαρμακευτική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Πριν ακόμη λάβει το πτυχίο του, εργάστηκε στο φαρμακείο του αδελφού του Δημητρίου, που είχε ιδρυθεί στη Νεάπολη, στο κέντρο της Αθήνας, το 1893 και το 1900 μεταφέρθηκε κεντρικότερα, στη γωνία των οδών Σόλωνος και Ζωοδόχου Πηγής. Το 1905 τα δύο αδέλφια άνοιξαν φαρμακείο στην οδό Φιλελλήνων, κοντά στα Ανάκτορα, που θεωρήθηκε το καλύτερο της εποχής. Διέθετε χημείο για αναλύσεις και παρασκευή φαρμάκων και ειδικό τμήμα για τον καλλωπισμό των γυναικών. Το 1908 οι Μαρινόπουλοι απέκτησαν ένα ακόμα φαρμακείο, εντυπωσιακό και αυτό, στην Ομόνοια, ενώ το 1938 ένα επιπλέον, στο Κολωνάκι, το οποίο, εκτός των άλλων, διέθετε πλούσια γκάμα από παιδικά είδη και καλλυντικά, αλλά και εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό.
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο τα αδέλφια Μαρινόπουλου γνώρισαν περίοδο εντυπωσιακής ανάπτυξης, η οποία προήλθε αρχικά από την ίδρυση βιομηχανικής μονάδας για την παραγωγή φαρμάκων και καλλυντικών και, στη συνέχεια, από την είσοδό τους στο οργανωμένο λιανεμπόριο. Το 1949 οι γιοι του Πάνου Μαρινόπουλου Δημήτρης και Γιάννης ίδρυ- σαν τη φαρμακοβιομηχανία «Φαμάρ», η οποία το 1965 –λόγω και της συνεργασίας της με τη διάσημη εταιρεία Abbott Laboratories– αναδεικνύεται ως μία από τις κορυφαίες στον κλάδο της. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, η οικογένεια Μαρινόπουλου αποφάσισε να δραστηριοποιηθεί στον χώρο του λιανικού εμπορίου καταναλωτικών προϊόντων και το 1962 άνοιξε στο Κολωνάκι το πρώτο κατάστημα self service στην Ελλάδα, πρωτοστατώντας στον χώρο του λιανικού εμπορίου. Το 1966, η οικογένεια συνεργάστηκε με τον γαλλικό κολοσσό Le Printemps και μαζί δημιούργησαν το πρώτο κατάστημα Prisunic-Μαρινόπουλος στη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Δύο χρόνια αργότερα, το 1968, ο Πάνος Μαρινόπουλος, ο σπουδαίος αυτός επιχειρηματίας που μεγαλούργησε σε δύο διαφορετικούς κλάδους και διετέλεσε για χρόνια πρόεδρος του Φαρμακευτικού Συλλόγου Αθηνών και πρωτεργάτης στην ίδρυση του Ταμείου Φαρμακοϋπαλλήλων, πέθανε σε ηλικία 91 ετών. Τα παιδιά του συνέχισαν να δραστηριοποιούνται τόσο στον φαρμακευτικό κλάδο όσο και στο λιανικό εμπόριο. Το 1982 ο όμιλος παρουσίασε ένα νέο concept καταστήματος, το Beauty Shop Μαρινόπουλος, μια αλυσίδα καταστημάτων καλλυντικών και ειδών αισθητικής. Οι μεγάλες συνεργασίες των αδελφών Μαρινόπουλου συνεχίστηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 και του 1990 – από τις πιο χαρακτηριστικές, η συνεργασία με τον βρετανικό όμιλο Marks & Spencer το 1990 και στη συνέχεια με τον γαλλικό όμιλο Promodes για την ανάπτυξη των καταστημάτων Continent και Carrefour. Το 2000 ο όμιλος διέθετε, μεταξύ άλλων, 11 hypermarket, 130 καταστήματα λιανικής Carrefour, 4 εργοστάσια φαρμάκων στην Ελλάδα και ισάριθμα στο εξωτερικό, ενώ ανέπτυξε και 2 κέντρα διανομής, δραστηριότητα η οποία έμελλε να αποδειχθεί ιδιαίτερα επικερδής. Κατά τη διάρκεια της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα και με τον Πάνο Μαρινόπουλο, εγγονό του ιδρυτή, στο τιμόνι μιας αυτοκρατορίας, ο επιχειρηματικός όμιλος άρχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα και βρέθηκε μέσα σε λίγα χρόνια υπό τον ασφυκτικό έλεγχο των τραπεζών.
Αποτέλεσμα ήταν η εκκωφαντική κατάρρευση της αλυσίδας σουπερμάρκετ Μαρινόπουλος, με το δίκτυο των καταστημάτων να περνά στον όμιλο Σκλαβενίτη. Αλλά και η σχέση της οικογένειας Μαρινόπουλου με τη «Φαμάρ» διεκόπη οριστικά το 2017, όταν η εταιρεία πέρασε στον έλεγχο των δανειστών της, συγκεκριμένα στις Alpha, Eurobank, Εθνική και Πειραιώς. Έκτοτε «Φαμάρ» θα αλλάξει χέρια αρκετές φορές ενώ (τον Ιούλιο 2024 πέρασε στον έλεγχο του ομίλου ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων MidEuropa). Ο Δημήτρης Μαρινόπουλος διετέλεσε πρόεδρος του ΣΕΒ κατά τις περιόδους 1966-1970 και 1974-1978. Την πρώτη περίοδο, όπου η αστάθεια ήταν το κύριο χαρακτηριστικό της κεντρικής πολιτικής σκηνής, ο Δημήτρης Μαρινόπουλος κάλεσε τις πολιτικές και τις κοινωνικές δυνάμεις του τόπου αφ’ ενός σε σύμπλευση για τη δημιουργία ενός πλαισίου εθνικής βιομηχανικής πολιτικής, και αφ’ ετέρου σε διάλογο μέσω ενός βιομηχανικού συνεδρίου, το οποίο όμως πραγματοποιήθηκε πολλά χρόνια αργότερα. Η αντίθεση του Δημήτρη Μαρινόπουλου με τις εν γένει πρακτικές των Απριλιανών και την τακτική του ασφυκτικού ελέγχου τον οδήγησε σε οικειοθελή αποχώρηση από την προεδρία το 1970, θέση στην οποία επανέκαμψε το 1974, λίγο πριν σημάνει το ηχηρό τέλος της δικτατορίας, και υλοποίησε εν τέλει το 1975 το όραμά του, το Βιομηχανικό Συνέδριο.
Κύρια επιτεύγματα
- Συνίδρυσε το 1949 με τον αδελφό του Γιάννη τη φαρμακοβιομηχανία «Φαμάρ», η οποία αναδείχθηκε σε μία από τις κορυφαίες του κλάδου
- Πρωτοστάτησε στο οργανωμένο λιανεμπόριο, ανοίγοντας το 1962 το πρώτο κατάστημα self service στην Ελλάδα
- Δημιούργησε σημαντικές διεθνείς συνεργασίες (Le Printemps, Marks & Spencer, Promodes/Carrefour) αναπτύσσοντας μεγάλο όμιλο λιανικής
- Διετέλεσε δύο φορές πρόεδρος του ΣΕΒ (1966-1970 και 1974-1978)
- Υλοποίησε το 1975 το όραμά του για το Βιομηχανικό Συνέδριο