Όταν ο Ιωάννης Φ. Κωστόπουλος εκκινούσε τον επιχειρηματικό του βίο στην Καλαμάτα του 1879, θα μπορούσε κανείς να φανταστεί ότι αυτό θα ήταν το ξεκίνημα για τη δημιουργία μίας εκ των τεσσάρων σημερινών συστημικών τραπεζών; Μα και αργότερα, όταν η ίδια η Τράπεζα Εμπορικής Πίστεως –προφητικά– αυτοπροσδιοριζόταν ως «η Τράπεζα με την αλματώδη ανάπτυξιν» 2 τη δεκαετία του 1960, θα μπορούσε κανείς να προβλέψει την πορεία της στον 21ο αιώνα; Ο Ιωάννης Φωτίου Κωστόπουλος γεννήθηκε το 1856 στη Μεσσηνία. Από νεαρός ασχολήθηκε με το εμπόριο, κυρίως με αυτό των υφασμάτων, αρχικά ως υπάλληλος σε τοπικά καταστήματα. Το 1879 χρονολογείται το πρώτο του βήμα στον επιχειρηματικό στίβο: σύστησε από κοινού με εμποροϋπάλληλο της Καλαμάτας Ομόρρυθμο Εμποροεταιρεία και εν συνεχεία μία ακόμη το 1882, για να ανοίξει τον δικό του οίκο στη μεσσηνιακή πρωτεύουσα το 1889. Πνεύμα διορατικό και ανήσυχο καθώς ήταν, αντιλήφθηκε έγκαιρα τις προοπτικές της τραπεζικής πίστης για την περιοχή της Μεσσηνίας και έτσι ξεκίνησε περίπου εκείνη την εποχή την ενασχόλησή του με τραπεζικές εργασίες, έστω και στοιχειωδώς. Έχοντας ήδη καταξιωθεί ως «πρύτανης των υφασματεμπόρων» στην Καλαμάτα και έχοντας αναλάβει εκεί ανταποκριτής τραπεζικών ιδρυμάτων, όπως της Τράπεζας Εμπεδοκλέους (της μετέπειτα Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος) το 1893 και της Λαϊκής Τράπεζας το 1905, προχώρησε αποφασιστικά το 1916 στην ίδρυση της Τράπεζας «Ι. Φ. Κωστοπούλου και Σία», με εταίρους τον διευθυντή της Λαϊκής Τράπεζας Διονύσιο Λοβέρδο και τον διευθυντή του υποκαταστήματος Χίου της Εθνικής Τράπεζας Ανδρέα Δάνο.
Από τον πρώτο χρόνο, η πρωτοβουλία του Κωστόπουλου φάνηκε να αποδίδει καρπούς. Μέσα σε κλίμα αισιοδοξίας για τη λήξη του Μεγάλου Πολέμου, αλλά και λίγες ημέρες πριν από τον θάνατο του ιδρυτή, η μετεξέλιξη της ομώνυμης Τράπεζας ήταν γεγονός: δημιουργήθηκε το 1918 η Τράπεζα Καλαμών ως ανώνυμος εταιρεία, απορροφώντας την Τράπεζα Κωστοπούλου, με τη συμμετοχή των προηγούμενων εταίρων, ενώ το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών βρισκόταν στα χέρια της οικογένειας. Επόμενος σταθμός, η ίδρυση τραπεζικού τμήματος του εμπορικού οίκου «Ι. Φ. Κωστοπούλου» στην πρωτεύουσα, επί της οδού Σταδίου, το 1922, από το οποίο θα προέκυπτε το 1924, ύστερα από τη συγχώνευσή του με την Τράπεζα Καλαμών, η Τράπεζα Ελληνικής Εμπορικής Πίστεως με έδρα πλέον την Αθήνα. Από την αρχή της λειτουργίας της επέδειξε ρυθμούς ανάπτυξης και επέκτασης, ιδρύοντας υποκαταστήματα σε Πειραιά και Σπάρτη, ενώ ταυτόχρονα άρχισε η διαπραγμάτευση των μετοχών της στο Χρηματιστήριο Αθηνών, για να συγκροτήσει σύντομα ένα εκτεταμένο περιφερειακό δίκτυο στην Πελοπόννησο. Εκμεταλλευόμενη δε το κύμα μετανάστευσης των Πελοποννησίων, που έστελναν σεβαστά εμβάσματα στα πάτρια, η Τράπεζα διόρισε ανταποκριτή σύνδεσμο στη Νέα Υόρκη, εγκαινιάζοντας έτσι τη σχέση της με την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.Καθ’ όλη την πορεία της, στο διοικητικό και στο διευθυντικό σχήμα της παρέμενε σταθερά ο πυρήνας της οικογένειας Κωστοπούλου, διαδοχικά με τα αδέλφια Δημήτριο, Πάνο, Σπύρο και Σταύρο, το οποίο πλαισιωνόταν από σημαντικές προσωπικότητες κάθε φορά του βιομηχανικού, εμπορικού και τραπεζικού κόσμου.
Η επιτυχημένη μεσοπολεμική περίοδος της Τράπεζας ολοκληρώθηκε με την εγκατάστασή της, από το 1932, σε νέο ιδιόκτητο κτήριο στη συμβολή Σταδίου και Πεσμαζόγλου και τη διεύρυνση του κύκλου εργασιών της (όπως η κλωστοϋφαντουργία Α.Β.Ε. «Κωστόπουλος και Σία» και η Ανώνυμος Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων «Η Εμπορική»). Επιβιώνοντας τις δύσκολες ημέρες Κατοχής, η Τράπεζα ξεκίνησε τη δεύτερη φάση της αναπτυξιακής της πορείας λαμβάνοντας από το 1947 την επωνυμία Τράπεζα Εμπορικής Πίστεως και έχοντας στην ηγεσία της τους γιους του ιδρυτή, τον Σπύρο και τον μικρότερο Σταύρο – υπογραμμίζεται ότι ο οικονομολόγος Σταύρος δραστηριοποιήθηκε και στον πολιτικό βίο, ενώ διετέλεσε πρόεδρος του ΣΕΒ από τον Αύγουστο του 1944 έως τον Φεβρουάριο του 1945. Τα χρόνια που θα ακολουθούσαν έως τη δεκαετία του 1960, τότε που εισήλθε και η Τρίτη γενιά, η Τράπεζα ενδυνάμωσε το δίκτυο των υποκαταστημάτων της και εδραιώθηκε η παρουσία της στη Θεσσαλονίκη με ιδιόκτητο κτήριο.
Με τη δεκαετία του 1970 εγκαινιάστηκε μια νέα περίοδος εξέλιξης και εκσυγχρονισμού της: το 1972, όταν άλλαξε και πάλι η επωνυμία σε Τράπεζα Πίστεως και υιοθέτησε νέο εταιρικό σήμα, βασισμένο στο πρώτο νόμισμα του ελλαδικού χώρου από την Αίγινα, τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου ανέλαβε ο Γιάννης Σπ. Κωστόπουλος (από το 1984 διετέλεσε πρόεδρος). Επί των ημερών του έλαβε τη σημερινή της ονομασία, Alpha Bank (2000). Εφαρμόζοντας δυναμικές, εξωστρεφείς στρατηγικές και καινοτόμες τεχνολογίες και προχωρώντας σε εξαγορές (όπως της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας το 1999 και της Εμπορικής Τράπεζας το 2013) αναδείχθηκε σε έναν κραταιό τραπεζικό όμιλο με διεθνή ακτινοβολία.
Κύρια επιτεύγματα
- Καταξιώθηκε ως «πρύτανης των υφασματεμπόρων» στην Καλαμάτα
- Ανέλαβε ανταποκριτής τραπεζικών ιδρυμάτων (Τράπεζα Εμπεδοκλέους 1893, Λαϊκή Τράπεζα 1905)
- Ίδρυσε το 1916 την Τράπεζα «Ι. Φ. Κωστοπούλου και Σία» με εταίρους τον Δ. Λοβέρδο και τον Α. Δάνο
- Έθεσε τα θεμέλια ενός τραπεζικού οίκου που εξελίχθηκε σε Τράπεζα Καλαμών, Εμπορική Πίστεως και τελικά Alpha Bank