Αρχετυπική μορφή του ελληνικού εφοπλισμού, το πιο «βαρύ» σκαρί της ελληνικής επιχειρηματικότητας, υπήρξε στην εποχή του ο διασημότερος και πιο ισχυρός Έλληνας, ένα παγκόσμιο brand μόνος του, ένα σύμβολο που συνεχίζει να λάμπει και να εμπνέει.
Ο Αριστοτέλης Ωνάσης γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1906 και ήταν γιος του Σωκράτη, ευκατάστατου καπνεμπόρου, και της Πηνελόπης το γένος Δολόγλου. Για τη μητέρα του, που την έχασε πρόωρα στην ηλικία των 30 ετών, ο ίδιος θα έλεγε αργότερα: «Η μητέρα μου πέθανε, όταν ήμουν έξι ετών. Αν είχε ζήσει, ίσως να μην είχα δουλέψει όσο σκληρά έχω δουλέψει». Στην κοσμοπολίτικη Σμύρνη, ο Αριστοτέλης φοίτησε στην Ευαγγελική Σχολή, αποκτώντας και εμπορικές γνώσεις και επαρκή κατάρτιση σε ξένες γλώσσες. Εγκατέλειψε τη Σμύρνη σε ηλικία 16 ετών κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή και έφθασε στην Αθήνα με την οικογένειά του. Έναν χρόνο μετά, τον Αύγουστο του 1923, ταξίδεψε με διαβατήριο «Νάνσεν» (ταξιδιωτικό έγγραφο για απάτριδες και πρόσφυγες) για την Αργεντινή, με το όνειρο μιας καλύτερης ζωής και επαγγελματικής προοπτικής. Ήταν ακριβώς το Μπουένος Άιρες η αφετηρία για τη λαμπρή επιχειρηματική του διαδρομή. Αφού εργάστηκε ως νυχτερινός χειριστής τηλεφωνικού κέντρου, το 1924, συνεργαζόμενος με τον πατέρα του και τον θείο του, οι οποίοι είχαν δημιουργήσει πρωτύτερα εμπορική εταιρεία εξαγωγών καπνών στον Πειραιά, ο Ωνάσης συγκρότησε την πρώτη εταιρεία του, την εμπορική Aristoteles S. Onassis Import-Export. Η επιχείρησή του δραστηριοποιήθηκε στην εισαγωγή και πώληση ανατολικών καπνών για την καπνοβιομηχανία της Αργεντινής και στην παραγωγή τσιγάρων στη συνέχεια. Όταν πέθανε ο πατέρας του, το 1932, ο Ωνάσης είχε ήδη συγκεντρώσει ένα μικρό κεφάλαιο, που του επέτρεψε να θέσει σε εφαρμογή τα νέα του επιχειρηματικά σχέδια, τη στροφή του στη ναυτιλία. Εργάστηκε για μισό χρόνο στο Λονδίνο, στο γραφείο των εφοπλιστών αδελφών Δρακούλη από την Ιθάκη.
Το 1932, διαρκούσης της παγκόσμιας ύφεσης, αποτόλμησε την αγορά δύο φορτηγών πλοίων ολικής χωρητικότητας 5.500 κόρων από την Εθνική Καναδική Εταιρεία Ατμόπλοιων. Στα πλοία αυτά έδωσε τα ονόματα των γονιών του («Ωνάσης – Πηνελόπη» και «Ωνάσης – Σωκράτης») και τα δρομολόγησε σε εμπορικούς δρόμους του Ατλαντικού. Στα μέσα της δεκαετίας του 1930 συνειδητοποίησε την αυξανόμενη ζήτηση των δυτικών χωρών για πετρέλαιο και στράφηκε, ο πρώτος Έλληνας, στα τάνκερ. Το 1938 ναυπήγησε στο Γκέτεμποργκ της Σουηδίας το πρώτο του δεξαμενόπλοιο και συνεργάστηκε με την Tidewater Oil Company του μεγιστάνα Jean Paul Getty για μεταφορά πετρελαίου μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και Ιαπωνίας. Το 1939 μετέφερε την έδρα της ναυτιλιακής εταιρείας του στον Παναμά, εγκαινιάζοντας έτσι την πρακτική των υπεράκτιων εταιρειών και των σημαιών ευκαιρίας ως μοχλό ανάπτυξης των επιχειρήσεών του. Με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, από όπου διαχειρίστηκε στη διάρκεια του πολέμου τον στόλο των τεσσάρων δεξαμενόπλοιών του. Εκεί τέθηκαν οι βάσεις για την εκπληκτική ανάπτυξη των επιχειρήσεών του κατά την επόμενη 30ετία (1945-1975). Η έξυπνη όσο και τολμηρή αγορά ενός στόλου 12 πλοίων Liberty αμερικανικής κατασκευής (φορτηγά πλοία που ναυπηγήθηκαν κατά εκατοντάδες στη διάρκεια του πολέμου) εξασφάλισε στον Ωνάση το αναγκαίο κεφάλαιο για τη ναυπήγηση δεξαμενόπλοιων. Με τη σειρά τους, τα τελευταία έδωσαν τη θέση τους στα πρώτα υπερδεξαμενόπλοια, με τα οποία ο οξυδερκής εφοπλιστής έγινε κυρίαρχος των θαλασσών.
Το 1954 ο Ωνάσης υπέγραψε με τη Σαουδική Αραβία συμφωνία για μεταφορά πετρελαίου, συμφωνία που προκάλεσε αίσθηση και εκνευρισμό στους ανταγωνιστές του, ενώ την ίδια χρονιά αποφάσισε να μεταφέρει το στρατηγείο του στο Μόντε Κάρλο και να δοκιμάσει την τύχη του και σε άλλους επιχειρηματικούς κλάδους. Από το 1953 απέκτησε τον έλεγχο της Εταιρείας Θαλασσίων Λουτρών του Μόντε Κάρλο, στην οποία ανήκαν το θρυλικό Καζίνο του Μόντε Κάρλο, ξενοδοχεία, θέατρα και άλλα ακίνητα. Το 1956 αγόρασε από το ελληνικό Δημόσιο το προνόμιο εκμετάλλευσης του εθνικού αερομεταφορέα ΤΑΕ (Τεχνικές Αεροπορικές Εκμεταλλεύσεις), ιδρύοντας την Ολυμπιακή Αεροπορία, η οποία ξεκίνησε με το νέο της ιδιοκτησιακό καθεστώς τα πρώτα δρομολόγια της τον Απρίλιο του 1957. Το 1974 ο Ωνάσης κατήγγειλε τη σύμβαση με το ελληνικό Δημόσιο και τον Αύγουστο του 1975, μετά τον θάνατό του, η Ολυμπιακή Αεροπορία πέρασε στον έλεγχο του ελληνικού Δημοσίου. Η τραγική απώλεια του γιου του Αλέξανδρου (1948-1973), που είχε αποκτήσει από τον γάμο του με την Τίνα (Αθηνά) Λιβανού, σηματοδότησε την αρχή του τέλους του Ωνάση. Δεν συνήλθε ποτέ και πέθανε δύο χρόνια αργότερα, το 1975, αφήνοντας πίσω του έναν αξεπέραστο μύθο. Λίγους μήνες μετά τον θάνατό του, σε ένα χωριουδάκι του Λιχτενστάιν, κατά την επιθυμία του εκλιπόντος μεγιστάνα ιδρύθηκε το Κοινωφελές Ίδρυμα Ωνάση, που διαπνέεται από το τρίπτυχο που ο ίδιος ο εμπνευστής του καθόρισε: «επικουρία, εξέλιξη και ανάπτυξη».
Κύρια επιτεύγματα
- Πρώτος Έλληνας που στράφηκε στα δεξαμενόπλοια (τάνκερ) προβλέποντας τη ζήτηση πετρελαίου
- Πρωτοπόρος των υπερδεξαμενόπλοιων, γενόμενος κυρίαρχος των θαλασσών
- Εγκαινίασε την πρακτική των υπεράκτιων εταιρειών και των σημαιών ευκαιρίας
- Ίδρυσε την Ολυμπιακή Αεροπορία το 1956
- Απέκτησε τον έλεγχο της Εταιρείας Θαλασσίων Λουτρών του Μόντε Κάρλο, με το θρυλικό Καζίνο
- Ενέπνευσε την ίδρυση του Κοινωφελούς Ιδρύματος Ωνάση