Το Ίδρυμα που φέρει το όνομά του, ξεκίνησε να λειτουργεί μετά τον θάνατό του, αλλά ακόμα και σήμερα, 70 χρόνια μετά, μεταφέρει στο διηνεκές την επιχειρηματική κουλτούρα και τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα του σπουδαίου αυτού εφοπλιστή. Ο Ευγένιος Ευγενίδης γεννήθηκε στο Διδυμότειχο το 1882. Πατέρας του ήταν ο Αγάπιος, υπάλληλος των τουρκικών δικαστηρίων, και μητέρα του η Χαρίκλεια, το γένος Αφεντάκη. Τελειώνοντας τις εγκύκλιες σπουδές του, ο πατέρας του φρόντισε για την εγγραφή του στη φημισμένη αμερικανική Ροβέρτειο Σχολή της Κωνσταντινούπολης. Με την αποφοίτησή του, στράφηκε στον κόσμο των επιχειρήσεων. Αρχικά εργάσθηκε ως υπάλληλος στον εμπορικό οίκο Doros Brothers της Πόλης και ακολούθως στον πρακτοριακό οίκο Reppen, αναλαμβάνοντας σε βραχύ χρονικό διάστημα και σε ηλικία 24 ετών τη διεύθυνσή του. Ανήσυχο επιχειρηματικό πνεύμα καθώς ήταν, έγινε συνέταιρος με τον οίκο Reppen για την εισαγωγή ξυλείας στην Τουρκία.
Προς ενίσχυση αυτών των επιχειρηματικών του σχεδίων, ίδρυσε ναυπηγείο κατασκευής φορτηγίδων στον Κεράτιο Κόλπο. Η ενασχόλησή του με το εμπόριο ξυλείας τον έφερε σε επαφή με τη σουηδική ναυτιλιακή εταιρεία Broström Concern, για λογαριασμό της οποίας οργάνωσε την ανατολική γραμμή. Μέχρι το 1922 είχε καταστεί στην Κωνσταντινούπολη ένας από τους πλέον αξιόλογους οικονομικούς παράγοντες με διεθνείς διασυνδέσεις. Έπειτα από τη Μικρασιατική Καταστροφή εγκατέλειψε την Κωνσταντινούπολη και κατηύθυνε την επιχειρηματική δράση του στον Πειραιά, όπως άλλωστε πολλοί Έλληνες της Πόλης. Με έδρα πλέον το μεγάλο λιμάνι της χώρας, ανέλαβε τη γενική πρακτόρευση της Swedish Orient Line για την Ελλάδα και την Εγγύς Ανατολή, διά του Σκανδιναβικού Πρακτορείου της Εγγύς Ανατολής Α.Ε., που αναδείχθηκε σε υποδειγματικό πρακτοριακό οργανισμό της Μεσογείου. Σταδιακά, το Σκανδιναβικό Πρακτορείο εγκατέστησε καταστήματα σε όλα τα λιμάνια της ελληνικής επικράτειας, αλλά και σε Τουρκία, Αίγυπτο, Συρία, Παλαιστίνη, Ρουμανία, Βουλγαρία, φθάνοντας αργότερα στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής, στο Κέιπ Τάουν της Νοτίου Αφρικής και στη Βραζιλία.
Παράλληλα, συνέχισε να δραστηριοποιείται στην εισαγωγή και στο εμπόριο σκανδιναβικής ξυλείας και συν τω χρόνω εξελίχθηκε στον μεγαλύτερο εισαγωγέα ξυλείας σε Ελλάδα και Ανατολή. Επιπλέον, ο Ευγενίδης πρωτοστάτησε στη δημιουργία της φινλανδικής (αργότερα και της πολωνικής) θαλάσσιας γραμμής με την Ελλάδα – διορίστηκε μάλιστα γενικός πρόξενος της Φινλανδίας στην Ελλάδα το 1926, συμβάλλοντας στην ενδυνάμωση των σχέσεων των δύο χωρών. Όταν ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Ευγενίδης μετέφερε τις δραστηριότητές του στη Νότιο Αφρική· διαμένοντας στο Κέιπ Τάουν, οργάνωσε τη γραμμή μεταξύ Νοτίου Αφρικής και Νοτίου Αμερικής. Τελικά εγκαταστάθηκε στο Μπουένος Άιρες, συνεχίζοντας σταθερά τη ναυτιλιακή ενασχόλησή του. Εκεί συνέλαβε την ιδέα της αλματώδους μεταπολεμικής εξέλιξής του: διαβλέποντας τη ραγδαία αύξηση του μεταναστευτικού ρεύματος από την Ελλάδα (εν γένει από την Ευρώπη) προς άλλες ηπείρους, ίδρυσε την εφοπλιστική υπερατλαντική εταιρεία Home Lines, με έδρα στην Ελβετία, δρομολογώντας τέσσερα πλοία αρχικά προς τη Νότιο Αμερική και την Αυστραλία και μετέπειτα προς τη Βόρειο Αμερική και τον Καναδά.
Η Home Lines εξελίχθηκε σε μία από τις κορυφαίες επιβατικές εταιρείες παγκοσμίως και λειτούργησε μέχρι το 1988, όταν εντάχθηκε στον όμιλο της αμερικανικής Carnival. Ο Ευγενίδης πέθανε στο Vevey της Ελβετίας το 1954, έχοντας δρομολογήσει τη δημιουργία του Ιδρύματος Ευγενίδου, που πραγματοποιήθηκε δύο χρόνια αργότερα. Στη διαθήκη του ο εφοπλιστής ανέφερε ότι η ίδρυσή του μοναδικό σκοπό είχε «να συμβάλη εις την εκπαίδευσιν νέων ελληνικής υπηκοότητος εν τω επιστημονικώ και τεχνικώ πεδίω». Για την υλοποίηση της απόφασής του διέθεσε όλα τα περιουσιακά του στοιχεία στην Ελλάδα και μεγάλο μέρος της περιουσίας του στο εξωτερικό· με άλλα λόγια, ο Ευγενίδης «διασφάλισε την οικονομική ανεξαρτησία του Ιδρύματός του, το οποίο από την ίδρυσή του μέχρι σήμερα λειτουργεί, συντηρείται, επεκτείνεται και εκσυγχρονίζεται με ιδίους και μόνον πόρους». Τη διαχείριση της περιουσίας και την εκτέλεση των όρων της διαθήκης του ανέθεσε στην αδελφή του Μαριάνθη Σίμου (1895 – 1981), η οποία παρέμεινε στη διοίκηση του Ιδρύματος μέχρι τον θάνατό της, καταλείποντας επίσης όλη την περιουσία της για την πραγμάτωση των σκοπών του Ιδρύματος. Συνεχιστής του έργου της (αλλά και του πλέγματος των επιχειρήσεων του Ευγενίδη) ήταν ο Νικόλαος Βερνίκος-Ευγενίδης (1920 – 2000), πρώτος πρόεδρος της διοικούσας επιτροπής του Ιδρύματος Ευγενίδου.
Το κτήριο στο οποίο στεγάζεται σήμερα το Ίδρυμα Ευγενίδου επί της λεωφόρου Συγγρού, ολοκληρώθηκε το 1966 και αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά τοπόσημα της περιοχής, αλλά και έναν από τους πλέον σημαντικούς, σταθερούς στο διάβα του χρόνου κόμβους ανάπτυξης και προαγωγής της επιστήμης, της τεχνολογίας και του πολιτισμού στη χώρα μας, διαθέτοντας, μεταξύ άλλων, ένα από τα μεγαλύτερα και καλύτερα εξοπλισμένα ψηφιακά πλανητάρια του κόσμου. «
Κύρια επιτεύγματα
- Δημιούργησε το Σκανδιναβικό Πρακτορείο της Εγγύς Ανατολής, υποδειγματικό πρακτοριακό οργανισμό της Μεσογείου με καταστήματα σε όλα τα ελληνικά λιμάνια και σε πολλές χώρες τριών ηπείρων
- Εξελίχθηκε στον μεγαλύτερο εισαγωγέα σκανδιναβικής ξυλείας σε Ελλάδα και Ανατολή
- Ίδρυσε την υπερατλαντική εφοπλιστική εταιρεία Home Lines, μία από τις κορυφαίες επιβατικές εταιρείες παγκοσμίως
- Διορίστηκε γενικός πρόξενος της Φινλανδίας στην Ελλάδα το 1926
- Κληροδότησε όλη την περιουσία του για την ίδρυση του Ιδρύματος Ευγενίδου, με σκοπό την επιστημονική και τεχνική εκπαίδευση νέων Ελλήνων