Η ιστορία μίας από τις πλέον σημαντικές επιχειρηματικές οικογένειες της χώρας ξεκινά από τα ορεινά της Αρκαδίας με τον Θεόδωρο Αγγελόπουλο, έναν ταχυδρομικό υπάλληλο που με τόλμη στράφηκε στο επιχειρείν και, έχοντας συμπαραστάτες τους γιους του, έθεσε τα θεμέ- λια της Χαλυβουργικής. Ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος γεννήθηκε στη Βλαχόραπτη (σήμερα Μάραθα), ένα ορεινό χωριό της Γορτυνίας. Εκεί λειτουργούσε από το 1893 ταχυδρομικό γραφείο, όπου ο Θεόδωρος εργάστηκε επί μία δεκαετία και πλέον ως ταχυδρόμος, μοιράζοντας την αλληλογραφία στα γύρω χωριά. Αν και η τοπική κοινωνία εκτιμούσε, εκλέγοντάς τον πρόεδρο της κοινότητας, αναζήτησε ένα πιο αποδοτικό οικονομικά μέλλον, έχοντας αποκτήσει πέντε παιδιά με τη σύζυγό του Χριστίνα, το γένος Παπαθανασίου. Έτσι το 1918 πήρε την απόφαση για τη μετεγκατάσταση της οικογένειας στην πρωτεύουσα. Στην Αθήνα εργάστηκε ως πωλητής σε συγγενικό εμπορικό κατάστημα σιδηρικών στην Αιόλου. Τον ακολούθησαν οι δυο του γιοι Δημήτρης (1907 – 1986) και Παναγιώτης (1909 – 2001). Το 1925 ο Θεόδωρος και τα παιδιά του αποφάσισαν ότι είχε φθάσει η ώρα να δημιουργήσουν τη δική τους επιχείρηση: ένα σιδηροπωλείο επί της οδού Αθηνάς, που πωλούσε από σιδηρικά οικοδομών και καρφοβελόνες έως μαγειρικά σκεύη και συρματόσχοινα. Ήταν τότε που εισήλθε στις οικογενειακές ενασχολήσεις και ο νεαρότερος γιος Ιωάννης (1911 – 1974).
Το επόμενο αποφασιστικό βήμα για το πέρασμα στη βιομηχανία χρονολογείται το 1932: συγκρότησαν μια μικρή μονάδα ειδών συρματουργίας στην Πειραιώς 176 υπό την επωνυμία «Ελληνικά Συρματουργεία Θ. Α. Αγγελόπουλος & Υιοι». Την περίοδο εκείνη ξεκίνησαν οι προσπάθειές τους για την παραγωγή σιδήρου, που εν μέρει έφεραν αποτέλεσμα. Ηλεκτρικοί κλίβανοι εγκαταστάθηκαν στην επιχείρησή τους για την παραγωγή οπλισμού σκυροδέματος από την ανάτηξη παλαιοσιδηρικών. Παράλληλα, εξαγόρασαν την παρακείμενη στην Πειραιώς Βιομηχανία Ξύλου Α.Ε. το 1938 (μετεξέλιξη της Ξυλουργικής Βιομηχανίας Ι.Π. Ελλούλ) και έγιναν βασικοί μέτοχοι στην κατασκευαστική εταιρεία «Εργοληπτική». Ωστόσο, οι σχεδιασμοί ματαιώθηκαν λόγω πολέμου, για να ολοκληρωθούν –με αλματώδεις ρυθμούς– αμέσως μετά, μετατρέποντας την οικογενειακή επιχείρηση σε ανώνυμο το 1948, τη γνωστή έκτοτε Χαλυβουργική.
Εν έτει 1952 το συγκρότημα της Χαλυβουργικής μεταφέρθηκε στην περιοχή όπου βρίσκεται και σήμερα, στην Ελευσίνα, που τότε αναδεικνυόταν γοργά σε σημαντικό βιομηχανικό κέντρο λόγω και της ευκολίας στη χερσαία και θαλάσσια πρόσβαση. Και ενώ η Χαλυβουργική έθετε τις προϋποθέσεις για τη ραγδαία εξέλιξή της, στερήθηκε τον γενάρχη της το 1953. Πλέον μόνοι, οι αδελφοί Αγγελόπουλοι, στοχεύοντας στην αύξηση της παραγωγής προς κάλυψη της μεγάλης ζήτησης, αφού η Ελλάδα διένυε την περίοδο της ανασυγκρότησής της και της ταχείας ανοικοδόμησής της, επεξέτειναν και εφοδίασαν τη βιομηχανία τους με σύγχρονο μηχανολογικό εξοπλισμό, με την παραγωγή σιδήρου να φθάνει από τους 9.000 τόνους ετησίως το 1948 σε 85.000 τόνους το 1960. Μολονότι οι απόπειρες για τη δημιουργία βιομηχανίας χάλυβα και σιδήρου στη χώρα άρχισαν από το 1871 με την Ελληνική Μεταλλευτική Εταιρεία και συνεχίστηκαν μεσοπολεμικά και μεταπολεμικά, ήταν ανεπιτυχείς. Ήταν η σειρά της Χαλυβουργικής να το αποτολμήσει. Το 1961 θεμελιώθηκε η πρώτη υψικάμινος και το 1963 ξεκίνησε να λειτουργεί, παράγοντας χυτοσίδηρο και χάλυβα από σιδηρομεταλλεύματα. Δέκα χρόνια μετά εγκαινιάστηκε και μία δεύτερη. Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η δυναμικότητα της Χαλυβουργικής ανερχόταν σε πάνω από ένα εκατομμύριο τόνους χυτοσιδήρου τον χρόνο. Για να το επιτύχει, οργάνωσε καινούργιες εγκαταστάσεις (όπως χαλυβουργείο και μονάδα παραγωγής οξυγόνου), ανανέωνε τον εξοπλισμό της και επιμόρφωνε το προσωπικό της με τη μετάκληση ξένων ειδικών.
Η απάντηση της Χαλυβουργικής στις κατά καιρούς δυσκολίες και απώλειες –με κορυφαίο γεγονός τη δολοφονία του Δημήτρη Αγγελόπουλου το 1986– και στον έντονο ανταγωνισμό από ξένες εταιρείες ήταν η προσαρμογή της και η επένδυση στον διαρκή εκσυγχρονισμό, εφαρμόζοντας πρωτοποριακές μεθόδους παραγωγής και διευρύνοντας τον κύκλο εργασιών της. Στην αυγή του 21ου αιώνα, έχοντας περάσει πλέον στις επόμενες γενιές, μετατράπηκε σε έναν επιχειρηματικό κολοσσό και η μεγάλης κλίμακας εργοστασιακή εγκατάστασή της στην Ελευσίνα δεν θύμιζε πλέον σε τίποτα τη μικρή συρματουργία της οδού Πειραιώς, από όπου όλα ξεκίνησαν. Σημειώνεται ότι από τους τέσσερεις γιους του ιδρυτή μόνο ο μεγαλύτερος Άγγελος (1904-1995) δεν μετείχε στην επιχείρηση: ακολούθησε ακαδημαϊκή σταδιοδρομία και το 1939 εξελέγη τακτικός καθηγητής της Δημόσιας Οικονομίας στη Νομική Σχολή Αθηνών. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής προσχώρησε στην Εθνική Αντίσταση και συμμετείχε στην Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ). Χρημάτισε υφυπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του Γεώργιου Παπανδρέου (1944). Μεταξύ άλλων, υπήρξε εκδότης της μηνιαίας επιθεώρησης «Νέα Οικονομία» (1946-1967) και ιδρυτής της Ελληνικής Εταιρείας Προγραμματισμού (1959), ενώ μετά τη δικτατορία ανέλαβε το 1974 διοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος έως το 1979.
Κύρια επιτεύγματα
- Θεμελίωσε τη Χαλυβουργική, μία από τις σημαντικότερες ελληνικές βιομηχανικές οικογένειες
- Δημιούργησε από το μηδέν επιχείρηση που εξελίχθηκε σε επιχειρηματικό κολοσσό
- Πέρασε από το εμπόριο σιδηρικών στη βιομηχανία ειδών συρματουργίας και παραγωγής σιδήρου
- Έθεσε τις βάσεις για την πρώτη πετυχημένη ελληνική βιομηχανία χάλυβα και σιδήρου
- Μετέφερε το βιομηχανικό συγκρότημα στην Ελευσίνα, που αναδείχθηκε σε σημαντικό βιομηχανικό κέντρο