Η 150ετής και υπερπολυτελής «Μεγάλη Βρεταννία» είναι το πλέον εμβληματικό ξενοδοχείο της ελληνικής πρωτεύουσας στην κεντρική της πλατεία, δίπλα στο Κοινοβούλιο. Στα δωμάτια, στα μπαρ, στα εστιατόρια και στις αίθουσές του γράφηκε η σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας και όχι μόνον. Υπήρξε το δημιούργημα ενός διορατικού, φιλόπονου και σπουδαγμένου στη Γαλλία… σεφ, ο οποίος έφερε παριζιάνικο αέρα στην Αθήνα του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα. Ο Ευστάθιος Λάμψας, με καταγωγή από τα Καλάβρυτα Αχαΐας, γεννήθηκε στη Σεβαστούπολη της Ρωσίας το 1849 και επέστρεψε στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του 1860. Αρχικά δραστηριοποιήθηκε στο παντοπωλείο του πατέρα του και στη συνέχεια μετέβη στο Παρίσι με μέριμνα των Ανακτόρων για να σπουδάσει μαγειρική. Εξελίχθηκε μάλιστα σε έναν από τους σπουδαίους νέους σεφ της γαλλικής πρωτεύουσας. Ήταν εκεί, στην Πόλη του Φωτός, που θα γνώριζε τη μετέπειτα σύζυγό του, τη Γαλλίδα Παλμύρα Παλφρουά. Έπειτα από τον γυρισμό του στην πατρίδα, τα βήματά του τον έφεραν κοντά στον Ηπειρώτη Σάββα Κέντρο. Εκείνος είχε πρωτύτερα δημιουργήσει το ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρεταννία» στη γωνία Σταδίου και Μουσών (Καραγεώργη Σερβίας), το οποίο μετέφερε το 1874 στην πρώην οικία του ομογενούς εμπόρου Αντωνίου Δημητρίου ή Λήμνιου, σχεδιασμένη από τον Θεόφιλο Χάνσεν. Λάμψας και Κέντρος συνεταιρίστηκαν από το 1878, προχωρώντας στην ευρωπαϊκών προδιαγραφών αναβάθμιση του ξενοδοχείου τους. Το 1888, όταν οι Αθηναίοι είχαν την πρώτη τους εμπειρία με φωτισμό διά του ηλεκτρικού ρεύματος, αντίκρισαν τη «Μεγάλη Βρεταννία» λαμπρά να φωταγωγείται, από τα ελάχιστα κτήρια που τότε ηλεκτροφωτίστηκαν. Το ίδιο όμως έτος ο Κέντρος πέθανε, ο Λάμψας εξαγόρασε το μερίδιό του και έγινε ο μοναδικός ιδιοκτήτης, εγκαινιάζοντας τη συνεργασία του με ξένα ταξιδιωτικά γραφεία (όπως εκείνο του Thomas Cook) για να αυξήσει την υψηλών εισοδημάτων πελατεία του με περιηγητές εξ Εσπερίας. Ήταν η εποχή που η Παλμύρα θα εμπλεκόταν ενεργά στην οργάνωση και στην προαγωγή της συζυγικής επιχείρησης, μεριμνώντας ιδίως για την κατάρτιση του προσωπικού σύμφωνα με τα πρότυπα της Δύσης – προς τιμήν της και η γαλλική επωνυμία «Grande Bretagne» του ξενοδοχείου.
Ο Λάμψας ενίσχυσε τις ξενοδοχειακές παροχές του θέτοντας σε λειτουργία ένα πολυτελές εστιατόριο το 1894. Δύο χρόνια μετά η «Μεγάλη Βρεταννία» βρέθηκε στο επίκεντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος, αφού εκεί κατέλυσαν τα μέλη της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής, με προεξάρχοντα τον βαρόνο Pierre de Coubertin. Οι δε ξένοι επίσημοι που παρακολούθησαν τους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες στην Αθήνα,του 1896, διέμεναν αποκλειστικά στα γεμάτα ανέσεις δωμάτια του πιο φημισμένου ξενοδοχείου της νοτιοανατολικής Ευρώπης. Η «Μεγάλη Βρεταννία» επί των ημερών του Λάμψα έγινε ένα τοπόσημο των Αθηνών. Αποτέλεσε πολιτικό, κοινωνικό, πνευματικό αλλά και γαστρονομικό κέντρο της πρωτεύουσας, τόπος πολιτικών διεργασιών, επιχειρηματικών συναντήσεων, κοινωνικών επαφών, ενώ στις αίθουσές του τελέστηκαν σημαντικοί γάμοι, διοργανώθηκαν μεγαλοπρεπείς τελετές και εκδηλώσεις, καθώς και τα diners dansants, τα περίφημα δείπνα μετά ζωντανής ορχήστρας. Δικαίως ο Λάμψας θεωρείται από τους πρωτεργάτες της οργανωμένης ξενοδοχίας στην Ελλάδα.
Στο γύρισμα του 20ού αιώνα, τον Λάμψα διαδέχθηκε ο δημοσιογράφος Θεόδωρος Πετρακόπουλος, που είχε παντρευτεί την κόρη του Μαργαρίτα, και ίδρυσε το 1919 την Α.Ε. Ελληνικών Ξενοδοχείων (μετέπειτα «Λάμψα»), με συμμετοχικά κεφάλαια και τραπεζικών ιδρυμάτων. Και ενώ τη μεσοπολεμική περίοδο το κτηριακό συγκρότημα αναπτύχθηκε, αυξάνοντας τη δυναμικότητά του και εκσυγχρονίζοντας τις υπηρεσίες του (από τον εξοπλισμό των δωματίων με τηλέφωνα και λουτρά έως την εγκατάσταση ανελκυστήρων και κεντρικής θέρμανσης), τα επώδυνα χρόνια της Κατοχής επιτάχθηκε, με την ίδια τη «Μεγάλη Βρεταννία» να αποτελεί έκτοτε το φυσικό σκηνικό των κρίσιμων πολιτικών και στρατιωτικών γεγονότων που ακολούθησαν. Στην Ελλάδα της Ανασυγκρότησης ελήφθη η απόφαση για την κατεδάφιση του ξενοδοχείου, για να ανεγερθεί το 1959 η νέα «Μεγάλη Βρεταννία» με 150 δωμάτια, διατηρώντας όμως κάποια αρχιτεκτονικά στοιχεία του παλαιότερου κτίσματος. Από τη δεκαετία του 1970 ανέλαβε τη διεύθυνση του ξενοδοχείου ο Απόστολος Δοξιάδης, δισέγγονος του ιδρυτή, ενώ στη διοίκηση δραστηριοποιήθηκαν και άλλα μέλη της οικογένειας ήδη από την προηγούμενη δεκαετία. Αν και το ξενοδοχείο προικοδοτήθηκε την εποχή εκείνη με διεθνείς διακρίσεις και συμπεριελήφθη στα 50 καλύτερα ξενοδοχεία του κόσμου το 1984, το 1991 οι επίγονοι του Λάμψα αποχώρησαν από την επιχείρηση. Η εταιρεία πέρασε σταδιακά σε πολυεθνικό έλεγχο, για να καταλήξει στην αυγή του 21ου αιώνα, το 2000, στη Hyatt Regency A.E., η οποία υλοποίησε το υψηλού κόστους έργο ριζικής ανακαίνισης του ξενοδοχείου, εν όψει και των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας το 2004. Από το 2020 σημαντικό πλειοψηφικό πακέτο μετοχών της Α.Ε. Ελληνικών Ξενοδοχείων Λάμψα κατέχει η οικογένεια του Αθανασίου Κ. Λασκαρίδη, έχοντας αποκτήσει και τον ολικό έλεγχο της διαχείρισής της.
Κύρια επιτεύγματα
- Μετέτρεψε τη «Μεγάλη Βρεταννία» σε πολυτελές, ευρωπαϊκών προδιαγραφών ξενοδοχείο και τοπόσημο των Αθηνών
- Ένα από τα ελάχιστα κτήρια που ηλεκτροφωτίστηκαν στην Αθήνα το 1888
- Φιλοξένησε τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή και τους επισήμους των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων του 1896
- Θεωρείται από τους πρωτεργάτες της οργανωμένης ξενοδοχίας στην Ελλάδα
- Καθιέρωσε συνεργασίες με διεθνή ταξιδιωτικά γραφεία όπως ο Thomas Cook