Ανδρέας Ν. Χατζηκυριάκος
1876–1959

Ανδρέας Ν. Χατζηκυριάκος

Συνιδρυτής της ελληνικής τσιμεντοβιομηχανίας και ηγέτης της ΑΓΕΤ «Ηρακλής»

Δομικά Υλικά & Τσιμέντο Νησιά Αιγαίου Manager / Στέλεχος Ιδρυτής
Ακάματος εμψυχωτής της βιομηχανικής ιδεολογίας και σθεναρός μαχητής του βιομηχανικού αγώνος προς δημιουργίαν υγιούς εν τη χώρα βιομηχανίας και βιομηχανικής συνειδήσεως.

Το όνομά του συνδέθηκε άρρηκτα με τη βιομηχανία τσιμέντου στην Ελλάδα, αλλά και στη γείτονα χώρα, την Τουρκία. Μέλος του «Κύκλου της Ζυρίχης», με βίο πλούσιο τόσο στον κόσμο των επιχειρήσεων όσο και της πολιτικής, υπέρμαχος της ανάπτυξης της τεχνικής εκπαίδευσης, ήταν πρώτος εκείνος στην τάξη των βιομηχάνων που αναγορεύτηκε επίτιμος πρόεδρος του ΣΕΒ. Ο Ανδρέας Χατζηκυριάκος γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου το 1876. Παρά τη ναυτική παράδοση της οικογένειάς του, φοίτησε στη Φυσικομαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και το 1895 συνέχισε τις σπουδές στο Πολυτεχνείο της Ζυρίχης. Εργάστηκε ως βοηθός του Ludwig von Tetmajer, ο οποίος το 1880 είχε οργανώσει στην ελβετική πόλη ένα από τα πρώτα στον κόσμο εργαστήρια ελέγχου και δοκιμής αντοχής υλικών. Όταν το 1900 ζητήθηκε η επιστημονική συμβολή του Tetmajer στο εργοστάσιο τσιμέντων της Ελβετίας Roche, εκείνος πρότεινε τον Έλληνα χημικό μηχανικό. Το 1901, με συστάσεις και πάλι του σπουδαίου καθηγητή του, ο Χατζηκυριάκος εργάστηκε στο υπό διαμόρφωση εργοστάσιο τσιμέντων της Cementos Rezola στo San Sebastián – σήμερα υπό τον έλεγχο της πολυεθνικής Heidelberg Materials, η οποία συνεχίζει το Museum Cemento Rezola εκσυγχρονίζοντάς το, ένα μουσείο αφιερωμένο στο τσιμέντο, που λειτουργεί από το 2000 στην πόλη της Añorga. Γνώστης των καινοφανών τεχνολογικών εξελίξεων και με διεθνή εμπειρία, ο 25χρονος Ανδρέας επέστρεψε στην Ελλάδα θέλοντας να δημιουργήσει την πρώτη τσιμεντοβιομηχανία της χώρας. Έτσι, ήλθε σε επαφή με τους Λεόντιο Οικονομίδη, Νικόλαο Κανελλόπουλο και Αλέξανδρο Ζαχαρίου, τον γνωστό «Κύκλο της Ζυρίχης», που συμμερίζονταν τα ίδια οράματα, και το 1902 συγκρότησαν –με τη στήριξη και του εμποροπλοιάρχου Νικόλαου Χατζηκυριάκου– την εταιρεία «Χατζηκυριάκος, Ζαχαρίου και Σία» (εξελίχθηκε στην Α.Ε. Τσιμέντων «Τιτάν)», ιδρύοντας εργοστάσιο στην Ελευσίνα. Το 1910 αποχώρησε από την επιχείρηση και εργάστηκε για την οργάνωση του πρώτου τουρκικού εργοστασίου τσιμέντων Aslan στη Νικομήδεια της Μικράς Ασίας (η εταιρεία διαχείρισης βρίσκεται ακόμα σε λειτουργία).

Επανερχόμενος στην Ελλάδα, το 1917 ανέλαβε τη διεύθυνση της δεύτερης ελληνικής τσιμεντοβιομηχανίας «Ηρακλής» της Ανωνύμου Γενικής Εταιρείας Τσιμέντων (ΑΓΕΤ). Η ΑΓΕΤ συστάθηκε το 1911, διαδεχόμενη την εμπορική εταιρεία «Ζαμάνος και Ζαβογιάννης», και είχε προβεί το 1913 στην ανέγερση τσιμεντοποιείου στη Δραπετσώνα, λόγω γειτνίασης με τον Πειραιά. Έκτοτε επικεφαλής επί πολλά χρόνια, ο Χατζηκυριάκος οδήγησε την ΑΓΕΤ στους δρόμους της επιτυχίας: προσανατόλισε τη στρατηγική της με βάση τους εντατικούς ρυθμούς ανοικοδόμησης της μεσοπολεμικής Ελλάδας, της εξασφάλισε μέσω αυξήσεων κεφαλαίου σύγχρονο μηχανολογικό εξοπλισμό και επεξέτεινε τις εγκαταστάσεις της (ενδεικτικά, η δημιουργία εναέριου σιδηροδρόμου για τη μεταφορά ορυκτών από ιδιόκτητο λατομείο). Σταθμός για την ΑΓΕΤ ήταν η συγχώνευσή της με την Α.Ε. Τσιμέντων Βόλου «Όλυμπος» το 1929, με την ενθάρρυνση της ΕΤΕ, διεκδικώντας έτσι το μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς έναντι των ανταγωνιστών της, του Τιτάνα και των Τσιμέντων Χαλκίδος. Στην Κατοχή ο Χατζηκυριάκος θα δοκιμαζόταν και προσωπικά εξαιτίας της απώλειας του γιου του το 1942, του πολιτικού μηχανικού Γεώργιου, που μετείχε στα ελληνικά στρατεύματα της Μέσης Ανατολής. Επανήλθε στην ενεργό δράση έχοντας στο πλάι του τον Αλέξανδρο Γ. Τσάτσο (μέλος του Δ.Σ. από το 1939), σύζυγο της κόρης του, στον οποίο σταδιακά θα εναπέθετε την ηγεσία της ΑΓΕΤ. Εκ παραλλήλου, ο Χατζηκυριάκος συμμετείχε στη διοίκηση πολλώνεπιχειρήσεων: επί παραδείγματι, της εταιρείας «Έργα Θαλάσσης» (ΕΡΘΑ), της εταιρείας ηλεκτρικών εγκαταστάσεων «Ελεκτρογκάζ», της κεραμουργικής «Κύκλωψ», της μεταξοϋφαντουργικής «Χρυσαλλίς», της Hellenic and General Trust Co.

Πρωταγωνίστησε στη συλλογική εκπροσώπηση του βιομηχανικού κόσμου κατά τον Μεσοπόλεμο. Διετέλεσε μέλος του ΣΕΒΒ και πρόεδρος τρεις περιόδους: 1921 – 1925, 1927 – 1931 και 1936 – 1939. Το 1939 ανακηρύχθηκε ο πρώτος επίτιμος ισόβιος πρόεδρος του Συνδέσμου. Διετέλεσε επίσης αντιπρόεδρος του ΕΒΕΑ (1923 – 1925 και 1928 – 1931). Ανέπτυξε και πολιτική δράση: βουλευτής Ψαρών το 1905, πληρεξούσιος της Εθνοσυνέλευσης το 1909, γερουσιαστής κατά το διάστημα 1929 – 1932, δύο φορές υπουργός Εθνικής Οικονομίας (1922 – 1924 και 1936 – 1937), προσωρινός υπουργός Επισιτισμού και έπειτα Παιδείας το 1923. Έργο και πάθος της ζωής του, η ίδρυση της Σιβιτανιδείου Σχολής Τεχνών και Επαγγελμάτων το 1923, της οποίας διετέλεσε αντιπρόεδρος και στη συνέχεια πρόεδρος του Εκτελεστικού Συμβουλίου, μέχρι το 1956. Η τελευταία μεγάλη διάκριση για τον παλαίμαχο Χατζηκυριάκο από τη διεθνή επιστημονική κοινότητα καταγράφεται τον Σεπτέμβριο 1957. Στο πλαίσιο του 30ού Διεθνούς Συνεδρίου Βιομηχανικής Χημείας, το οποίο πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα με εκπροσώπους 31 χωρών, έλαβε το χρυσό μετάλλιο: «η μεγάλη ενεργητικότης του κ. Χατζηκυριάκου καθ’ όλον του τον βίον τόσον εις τον βιομηχανικόν όσον και εις τον οικονομικόν τομέα, η αφοσίωσίς του εις τα κοινά, δικαιολογούν πλήρως την τιμητικήν διάκρισιν την οποίαν είμεθα ευτυχείς να του απονείμωμεν».

Κύρια επιτεύγματα

  • Συνιδρυτής το 1902 της πρώτης ελληνικής τσιμεντοβιομηχανίας («Χατζηκυριάκος, Ζαχαρίου και Σία», μετέπειτα «Τιτάν»)
  • Οδήγησε την ΑΓΕΤ «Ηρακλής» στην κυριαρχία της αγοράς, μεταξύ άλλων με τη συγχώνευση με τα Τσιμέντα Βόλου «Όλυμπος» το 1929
  • Πρώτος επίτιμος ισόβιος πρόεδρος του ΣΕΒ(Β) το 1939, μετά από τρεις προεδρικές θητείες
  • Ίδρυσε το 1923 τη Σιβιτανίδειο Σχολή Τεχνών και Επαγγελμάτων, υπέρμαχος της τεχνικής εκπαίδευσης
  • Διετέλεσε δύο φορές υπουργός Εθνικής Οικονομίας, βουλευτής και γερουσιαστής
  • Τιμήθηκε με χρυσό μετάλλιο στο 30ό Διεθνές Συνέδριο Βιομηχανικής Χημείας (Αθήνα, 1957)