ΓΣ
1878–1956

Γεώργιος Κ. Στρίγκος

Έμπορος και βιομήχανος Πειραιά, ιδρυτής της εταιρείας «Φραγκιάδης, Στρίγκος και Σία»

Εμπόριο & Λιανική Πελοπόννησος Έμπορος Επενδυτής / Χρηματοδότης Ιδρυτής Τραπεζίτης
Ακαταπόνητος, ερευνητικός, παρατηρητικός, δεν γνωρίζει τι θα είπη αργία. Οσάκις τω επιτρέπεται αποχή από τας κυρίας ασχολίας του, ξεφυλλίζει ξένα συγγράμματα, πραγματευόμενα περί βιομηχανίας, εμπορίου, ναυτιλίας, γεωργίας, χημείας κ.λ., συχνότατα δε θα τον ιδήτε εις το βιβλιοπωλείον του Κ. Ελευθερουδάκη.

Πολυταξιδεμένος και φιλότεχνος, γλωσσομαθής και ευρυμαθής, από τις σπουδαίες φυσιογνωμίες της πρώτης, χρυσής εποχής του ελληνικού επιχειρείν, ανέπτυξε ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων και μεσουράνησε στην οικονομική και πολιτική σκηνή της χώρας από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Ο Γεώργιος Στρίγκος γεννήθηκε στο Κρανίδι το 1878 από τον Κωνσταντίνο και τη Μαρία, το γένος Ζερβού. Ο παππούς του Ιωάννης ήταν αγωνιστής του 1821, φίλος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, μετέχοντας, μεταξύ άλλων, στην πολιορκία της Τριπολιτσάς και στη μάχη των Δερβενακίων. Η οικογένεια του Κωνσταντίνου και της Μαρίας αποφάσισε το 1888 να αφήσει τη γενέτειρά της και να εγκατασταθεί στον Πειραιά. Ο Γεώργιος ξεκίνησε την πλούσια σταδιοδρομία του στα 18, από την Τράπεζα Αθηνών: κατάφερε να επιτύχει στις εξετάσεις και να προσληφθεί ως υπάλληλος στο υποκατάστημα του Πειραιά, όπου εργάστηκε από το 1896 μέχρι και το 1902, οπότε δήλωσε την παραίτησή του. Κατά τη διάρκεια της σύντομης αυτής τραπεζικής εμπειρίας απέκτησε όχι μόνο σημαντικές γνώσεις περί του πιστωτικού συστήματος, αλλά και γνωριμίες κυρίως από τον εμπορικό κόσμο του Πειραιά, τις οποίες εν συνεχεία ενεργοποίησε και αξιοποίησε. νΑρχικά συνεργάστηκε με τον φίλο και πρώην συνάδελφό του στην Τράπεζα Αθηνών Ιωάννη Φραγκιάδη, συστήνοντας την εμπορική εταιρεία εισαγωγών-εξαγωγών «Φραγκιάδης, Στρίγκος και Σία». Από αυτό το πρώτο επιχειρηματικό του βήμα φάνηκε το εμπορικό τάλαντό του: κατάφερε να έλθει σε επαφή με αγορές της Αργεντινής και της Βόρειας Αμερικής. Σε λίγα χρόνια ετύγχανε της εμπιστοσύνης και της εκτίμησης των Πειραιωτών εμπόρων. Το 1913 είχε επέλθει το πλήρωμα του χρόνου για να συνεχίσει μόνος την επιχειρηματική πορεία του. Δημιούργησε το δικό του γραφείο στο μεγάλο λιμάνι, εγκαινιάζοντας παράλληλα έναν κύκλο συμμετοχής στη συγκρότηση ή και στη διοίκηση εμπορικών επιχειρήσεων.

Κατά τη διετία 1919-1920 ήταν εκείνος που πρώτος εξασφάλισε απευθείας εισαγωγή προϊόντων από τους τόπους παραγωγής τους σε υπερπόντιες χώρες, όπως ρύζι από το Σιάμ (Ταϊλάνδη) ή καφές από τη Βραζιλία. Ταυτόχρονα ασχολήθηκε και με το εμπόριο τερεβινθέλαιου, κολοφώνιου και ρητινέλαιου. Εκείνη την εποχή συμμετείχε επίσης στην ίδρυση της Α.Ε. «Κυλινδρόμυλοι Αττικής». Με πρωτοβουλία του και με τη σύμπραξη της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος επαναλειτούργησε το εργοστάσιο της Υφαντουργικής Εταιρείας στο Φάληρο, η οποία το 1920 –και πάλι με δικές του ενέργειες– συγχωνεύτηκε με το Υφαντήριο της Ναούσης (προέκυψε η εταιρεία «Λαναράς, Κύρτσης και Σία»). Εξαιρετικά δραστήριος, πρωτοστάτησε στη δημιουργία της Α.Ε. «Φοίνιξ» που παρήγε σπορέλαια και βαμβακέλαια, χρηματοδότησε βιομηχανία αρωματικών προϊόντων αλλά και ηλεκτρικών λαμπτήρων, μετείχε στην υποδηματοποιία «Τιτάν», στη βιομηχανία οίνων και οινοπνευμάτων «Ένωσις» και στην εταιρεία φαρμακευτικών προϊόντων «Σάνιτας», μεταξύ πολλών άλλων. Εισήλθε και στον χώρο των τραπεζών συνεργαζόμενος με την εφοπλιστική οικογένεια Εμπειρίκου, θεμελιώνοντας την Τράπεζα Εμπειρίκου – Στρίγκου.

Μετείχε στις προσπάθειες συγκρότησης του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς (ΕΒΕΠ) και διετέλεσε πρόεδρός του κατά το διάστημα 1933 – 1935. Επί σειρά ετών υπήρξε μέλος της διοίκησης του ΣΕΒΒ. Επιπλέον, ασχολήθηκε ενεργά με τον δημόσιο βίο. Από το 1913 έως το 1925 ήταν δημοτικός σύμβουλος Πειραιώς (επί των ημερών του και η λειτουργία του Χρηματιστηρίου Εμπορευμάτων Πειραιώς). Το 1926 εξελέγη βουλευτής Πειραιώς με τη βενιζελική παράταξη και δύο φορές γερουσιαστής, το 1929 και το 1932, ως αντιπρόσωπος των εμπορικών και βιομηχανικών επιμελητηρίων της χώρας. Διετέλεσε δε γενικός πρόξενος της Σουηδίας το διάστημα 1922 – 1936. Φίλος των γραμμάτων, υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Ναυτικού Μουσείου Ελλάδος το 1949 και πρώτος πρόεδρός του. Λάτρης της τέχνης, διέθετε μια σπουδαία συλλογή έργων τέχνης, από τις πλέον αξιόλογες ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα, και «είχε μεταβάλει σε πινακοθήκη τόσον το σπίτι του εν Πειραιεί όσον και την εν Κηφισία έπαυλίν του». Σήμερα το Μέγαρο Στρίγκου στο Πασαλιμάνι, «το αρχοντόσπιτό του τού Πειραιώς, ένα από τα καλλίτερα ελληνικά σπίτια», έχει περιέλθει στην οικογένεια Λασκαρίδη από το 2006 και στεγάζει τη σπάνια Ιστορική Βιβλιοθήκη του Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη από το 2013.

Κύρια επιτεύγματα

  • Δημιούργησε δικό του εμπορικό γραφείο στον Πειραιά (1913) και συμμετείχε στη συγκρότηση και διοίκηση πλήθους εμπορικών και βιομηχανικών επιχειρήσεων
  • Πρώτος εξασφάλισε απευθείας εισαγωγές προϊόντων από υπερπόντιες χώρες (ρύζι από Σιάμ, καφές από Βραζιλία)
  • Θεμελίωσε την Τράπεζα Εμπειρίκου - Στρίγκου σε συνεργασία με την εφοπλιστική οικογένεια Εμπειρίκου
  • Διετέλεσε πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς (1933-1935)
  • Εξελέγη βουλευτής Πειραιώς (1926) και δύο φορές γερουσιαστής (1929, 1932)
  • Ιδρυτικό μέλος και πρώτος πρόεδρος του Ναυτικού Μουσείου Ελλάδος (1949)