Γεώργιος Σ. Δραγώνας
1868–1945

Γεώργιος Σ. Δραγώνας

Ιδρυτής των Καταστημάτων Δραγώνα

Εμπόριο & Λιανική Επτάνησα Έμπορος Ιδρυτής Καινοτόμος
Τα μεγάλα Καταστήματα Δραγώνας […] εφήρμοσαν πρώτα στην Ελλάδα τις “καθιερωμένες τιμές”, τις “εβδομάδες υπολοίπων”, το “δεκαπενθήμερο φθήνειας” και άλλους πρωτότυπους τρόπους διαφημίσεως εμπορευμάτων.

Μαζί με τον Λαμπρόπουλο και τον Χρυσικόπουλο, ο Γεώργιος Δραγώνας εισήγαγε στην Ελλάδα την έννοια και τη λειτουργία των «μεγάλων καταστημάτων» (grands magasins), έτσι όπως η τάση αυτή διαμορφωνόταν στα τέλη του 19ου αιώνα στις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες με τα υπέρλαμπρα πολυκαταστήματά τους. Ο Γεώργιος Δραγώνας γεννήθηκε το 1868 στη Ζάκυνθο. Καθώς ο πατέρας του Σπυρίδων ήταν καπετάνιος, ο νεαρός Γεώργιος σκέφθηκε να ακολουθήσει το ίδιο επάγγελμα. Έτσι λοιπόν εργάστηκε ως ναυτικός, που όμως δεν έμελλε να κρατήσει για πολύ. Εκεί στα τέλη της δεκαετίας του 1880 εγκατέλειψε τα καράβια και εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, που είχε αρχίσει ραγδαία να αναπτύσσεται. Ως υπάλληλος απασχολήθηκε σε διάφορα πειραϊκά καταστήματα, αλλά το 1896, τη χρονιά που η Αθήνα θα υποδεχόταν τους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες, αποφάσισε να ξεκινήσει τη δική του επιχείρηση· άνοιξε ένα εμπορικό κατάστημα με πίλους κυρίως και ανδρικά είδη ένδυσης, αλλά και βαλίτσες, στην Ακτή Μιαούλη, σε μία από τις πιο πολυσύχναστες, πολύβουες περιοχές του Πειραιά. Όπως ο χώρος που επέλεξε να εγκαταστήσει αυτό το πρώτο του επιχειρηματικό βήμα, έτσι και η χρονική στιγμή υλοποίησής του δεν θεωρείται διόλου τυχαία: ήταν η εποχή που μετανάστες συνέρρεαν στον Πειραιά για να αναζητήσουν σε υπερπόντιους προορισμούς μια καλύτερη τύχη και προμηθεύονταν συνήθως τα απαραίτητα του ταξιδιού τους από τα καταστήματα στο λιμάνι. Έτσι, το μεταναστευτικό κύμα της περιόδου έγινε για τον Δραγώνα η κινητήριος δύναμη της εμπορικής του επιχείρησης, βοηθώντας τον, παρά την οικονομική δυστοκία των καιρών και τον έντονο ανταγωνισμό, να θέσει τις στέρεες βάσεις για την επιτυχία του εγχειρήματός του, σε συνδυασμό με τις καινοτόμες πρακτικές που εφάρμοσε, και τις προσαρμογές στις ανάγκες του αγοραστικού του κοινού λειτουργώντας το κατάστημά του όλο το 24ωρο.

Στην αρχή του 20ού αιώνα είχε εδραιωθεί στην πειραϊκή αγορά, διαφημίζοντας μάλιστα την επιχείρησή του ως «το μεγαλήτερον και πλουσιώτερον των εν Πειραιεί καταστημάτων ανδρικών ειδών» το 1903. Σειρά είχε τώρα η επέκταση στην αθηναϊκή αγορά. Το 1910 εγκαινίασε ένα νέο κατάστημα στο εμπορικό κέντρο της Αθήνας, στη συμβολή των οδών Αιόλου και Σοφοκλέους. Ήταν μια επιχειρηματική κίνηση μάλλον τολμηρή, διότι το μαγαζί του γειτνίαζε με ένα από τα κορυφαία καταστήματα της εποχής, αυτό των αδελφών Ξενοφώντα και Θεμιστοκλή Λαμπρόπουλου. Στοχεύοντας στη δημιουργία ενός «μεγάλου καταστήματος» κατά το πρότυπο των παριζιάνικων πολυκαταστημάτων, προχώρησε στην αγορά τριών ορόφων πάνω από το κατάστημά του στα τέλη της δεκαετίας του 1920. Και ενώ το πολυώροφο κατάστημα της πρωτεύουσας ήταν γεγονός, το κατάστημα του Πειραιά ανακαινίστηκε και ανανέωσε τα εμπορεύματά του, προσφέροντάς τα, σύμφωνα με διαφημιστική καταχώριση της εποχής, «με τας αυτάς τιμάς του εν Αθήναις κεντρικού»!

Το 1937 η επιχείρησή του μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Γεώργιος Δραγώνας – Ανώνυμος Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία». Ωστόσο, ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος επεφύλαξε, μεταξύ άλλων, ένα επιχειρηματικό πλήγμα στον Δραγώνα. Κατά τη διάρκεια των σφοδρών βομβαρδισμών του Πειραιά από τις ναζιστικές δυνάμεις το 1941, το κατάστημα της Ακτής Μιαούλη υπέστη σοβαρή καταστροφή και κατάρρευσε· όσα εμπορεύματα διασώθηκαν, μεταφέρθηκαν από τον επιχειρηματία και τους συνεργάτες του σε αποθήκες στο αθηναϊκό κατάστημα. Έτσι, μετά από 45 χρόνια λειτουργίας το πρώτο κατάστημα του Δραγώνα στον Πειραιά ήταν πλέον παρελθόν. Αλλά και η Απελευθέρωση έφερε δύο μεγάλες απώλειες στην οικογένεια: πέθανε ο 77χρονος ιδρυτής Γεώργιος και ακολούθησε ο τριτότοκος γιος του Σπυρίδων, που είχε συλληφθεί στην Κατοχή από τους Γερμανούς και είχε σταλεί στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Νταχάου. Έκτοτε η διεύθυνση της επιχείρησης πέρασε στα χέρια των άλλων γιων του, Θεμιστοκλή (Θέμου) και Λέανδρου Δραγώνα. Επί της ηγεσίας τους, η επιχείρηση θα ξεπερνούσε τις δυσκολίες, υιοθετώντας σύγχρονες στρατηγικές προώθησης, αναπτύσσοντας εξαγωγική δραστηριότητα και εμπλουτίζοντας τα προσφερόμενα είδη (σημειώνεται ότι ήταν ένα από τα πρώτα καταστήματα στην Ελλάδα που είχαν ειδικό τμήμα με βρεφικά), αλλά και συνεχίζοντας τις παραδόσεις που είχε καθιερώσει ο ιδρυτής, όπως η «Εβδομάς Υπολοίπων». Το 1976 άνοιξε ξανά ένα κατάστημα στον Πειραιά, στο επιβλητικό Μέγαρο Κανέττη, στη γωνία της σημερινής Ηρώων Πολυτεχνείου και Σωτήρος Διός, ενώ δύο χρόνια μετά εγκαινιάστηκε ένα καινούργιο πολυώροφο κατάστημα στην Αθήνα, απέναντι από το παλαιό. Ωστόσο, από το τέλος του 1980 έως το θέρος του 1981 η χώρα έζησε μια σειρά εμπρηστικών ενεργειών που έπληξαν κραταιές εμπορικές επιχειρήσεις, όπως Μινιόν, Κατράντζος Σπορ και Κλαουδάτος, αλλάζοντας άρδην τον εμπορικό χάρτη· μεταξύ αυτών, και το πολυώροφο κατάστημα του Δραγώνα στην Αθήνα. Παρά τις προσπάθειες ανασύστασης, οι τίτλοι τέλους για τα καταστήματα Δραγώνα γράφηκαν το 1987.

Κύρια επιτεύγματα

  • Εισήγαγε στην Ελλάδα την έννοια των «μεγάλων καταστημάτων» (grands magasins) κατά το παριζιάνικο πρότυπο
  • Πρωτοπόρος καινοτόμων εμπορικών πρακτικών: «καθιερωμένες τιμές», «εβδομάδες υπολοίπων», «δεκαπενθήμερο φθήνειας»
  • Δημιούργησε ένα από τα κορυφαία πολυκαταστήματα της Αθήνας στη συμβολή Αιόλου και Σοφοκλέους
  • Εκμεταλλεύτηκε το μεταναστευτικό κύμα του Πειραιά λειτουργώντας το κατάστημά του όλο το 24ωρο